3 από τους πλέον φρικιαστικούς serial killers

3 από τους πλέον φρικιαστικούς serial killers

Κατά συρροήν δολοφόνος ή Κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνος (serial killer) ονομάζεται στην επιστήμη της Εγκληματολογίας, ο εγκληματίας που έχει τελέσει τρεις ή περισσότερες ανθρωποκτονίες με πρόθεση, σε ξεχωριστούς τόπους τέλεσης, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Οι περισσότεροι από εμάς όλο και κάπου θα έχουμε ακούσει, διαβάσει ή παρακολουθήσει ιστορίες με κατά συρροήν δολοφόνους, οι οποίες άλλοτε μας έχουν φρικάρει, αηδιάσει και άλλοτε μας έχουν καταπλήξει με την φρικαλεότητα που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Στο σημερινό άρθρο παρατίθενται 3 περιπτώσεις κατά συρροήν δολοφόνων που κατέπληξαν την εκάστοτε κοινωνία στην οποία έδρασαν κι άφησαν ανεξίτηλα τραύματα στη μνήμη των εγχώριων.

Η κόμισσα της Ουγγαρίας Ελισάβετ Μπάθορι, η επονομαζόμενη και “Αιματοβαμμένη Κυρία του Καχτίτσε” υπήρξε η μεγαλύτερη δολοφόνος γυναικών στην ιστορία της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας, η οποία μαζί με τέσσερις συνενόχους βασάνιζε και σκότωνε νέες γυναίκες. Τα θύματά της κυμαίνονται, ανάλογα με τις πηγές, από 20 έως 650. Αν και πρόκειται για μύθο, αυτό που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή ήταν ότι η κόμισσα πλενόταν με το αίμα των θυμάτων της για να παραμείνει νέα. Ωστόσο, δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα αυτός ο μύθος. Σύμφωνα με τις καταθέσεις, η Μπάθορι κρατούσε τις κοπέλες σε κελιά κρεμασμένα απ’ το ταβάνι και τρυπούσε το κορμί τους με λόγχες, έτσι ώστε το αίμα τους να κυλήσει σαν τρεχούμενο νερό. Βέβαια στόχος της δεν ήταν να επαναφέρει την ομορφιά της, αλλά η σαδιστική απόλαυση του βασανιστηρίου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πίστευε στις “θεραπευτικές” ιδιότητες της νεαρής σάρκας. Ένας μάρτυρας κατέθεσε ότι είδε την Κόμισσα να δαγκώνει το στήθος μια νεαρής υπηρέτριας και να κόβει κομμάτι, το οποίο έφαγε για να “δυναμώσει”. Σε άλλες περιπτώσεις, τάιζε τις υπηρέτριες με την ίδια τους τη σάρκα ή έραβε τα στόματά τους και τις άφηνε να πεθάνουν από ασιτία. Η κόμισσα κατηγορήθηκε – κατά την διάρκεια της δίκης της – ότι μαζί με τους τέσσερις συνεργούς της, βασάνιζε επί μέρες κορίτσια από 10 έως 14 χρόνων, μέλη κυρίως του υπηρετικού προσωπικού της και ότι ήταν υπεύθυνη για το θάνατο 80 κοριτσιών. Ωστόσο λόγω της ισχύος της οικογένειάς της, δεν της επιβλήθηκε παρά η ποινή της απομόνωσης και του κατ’ οίκον περιορισμού.

Ο Λουίς Γκαραβίτο ή αλλιώς το «Κτήνος» (La bestia) έμεινε γνωστός στην ιστορία για τη σκληρότητα και σφοδρότητα των εγκλημάτων του. Αν και μέχρι σήμερα έχουν εξακριβωθεί 144 θύματα, ο αριθμός είναι πιθανότατα μεγαλύτερος, καθώς πιστεύεται ότι το «Κτήνος» βίασε, βασάνισε και σκότωσε περισσότερα από 300 αγόρια, από το 1994 έως και το 1999, ηλικίας μεταξύ 8 και 16 ετών. Το μικρότερο θύμα του ήταν μόλις έξι ετών. Το μοτίβο του δολοφόνου ήταν συγκεκριμένο. Πλησίαζε παιδιά πλανόδιων πωλητών που κυκλοφορούσαν χωρίς επιτήρηση σε πολυσύχναστα μέρη, καθώς και αγόρια που προέρχονταν από οικογένειες χωρισμένων γονέων είτε ήταν άπορα, άστεγα ή ορφανά. Ήταν πιθανότερο να μην ψάξει κανείς γι΄ αυτά τα παιδιά. Σταδιακά, κατάφερνε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγοριών, καθώς τους προσέφερε φαγητό, γλυκά, αλκοόλ, χρήματα ακόμη και ναρκωτικά. Εμφανιζόταν μεταμφιεσμένος άλλοτε ως ιερέας ή ως θεραπευτής, άλλοτε ως πλανόδιος πωλητής ή δάσκαλος, ακόμη και ως παράλυτος, για να προκαλέσει τη λύπηση των αγοριών. Ο “τύπος” των θυμάτων που προτιμούσε ήταν αγαθά, γλυκά αγόρια με απαλό και όχι πολύ σκούρο δέρμα. Αφού, λοιπόν, κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους, οδηγούσε τα αγόρια σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές με την πρόφαση ότι χρειάζεται βοήθεια σε κάποια γεωργική έκταση. Κι εκεί έκανε πράξη τις αρρωστημένες σκέψεις του.

Το «Κτήνος» βίαζε και βασάνιζε τα παιδιά προτού τα σκοτώσει. Έδενε τα χέρια τους και τα κακοποιούσε για μέρες. Πολλά από τα θύματά του βρέθηκαν με σπασμένα κόκαλα, χωρίς δόντια, με μελανιές αλλά και με δαγκωνιές σε πολλά μέρη του σώματός τους. Στη συνέχεια, έκοβε το λαιμό τους ή τα κάρφωνε μέχρι θανάτου χρησιμοποιώντας διάφορα μαχαίρια, ακόμη και κατσαβίδια. Έπειτα, ακρωτηρίαζε το σώμα τους και τα έθαβε σε διάφορα μέρη. Πάντα, θυμόταν τις τοποθεσίες που είχε θάψει τα θύματά του.

Οι αρχές μεταφέρουν τα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά την προφυλάκισή του, το 1999, αφού η αστυνομία έφτασε στα ίχνη του, οι αστυνομικοί έψαξαν σε σπίτια φίλων του δολοφόνου και βρήκαν αποκόμματα εφημερίδων που αφορούσαν αγόρια που είχαν εξαφανιστεί. Επίσης, βρέθηκαν φωτογραφίες των νεκρών αγοριών – τρόπαια για τον δολοφόνο- καθώς και ένα τετράδιο με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όλων όσων είχε διαπράξει. Αντιμέτωπος με τα αποδεικτικά στοιχεία, ο Γκαραβίτο ομολόγησε την ενοχή του για τον θάνατο 140 αγοριών. Υποστήριξε πάντως ότι διέπραξε τις δολοφονίες, ενώ ήταν μεθυσμένος και είχε καταληφθεί από μια δαιμονική παρουσία. Δεν ήθελε να σκοτώσει τα θύματα του, ισχυρίστηκε. Απεναντίας ένιωθε μια βαθιά συμπάθεια για αυτά! Ο Λουίς Αλφρέντο Γκαραβίτο Κουμπίγιος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, καταδικάστηκε για την δολοφονία 170 αγοριών. Βρέθηκε ένοχος για τα 138 από τα θύματά του με την ανώτατη καταδίκη της κολομβιανής δικαιοσύνης να ξεπερνά τα 1.850 χρόνια. Ωστόσο, το 2000, με τη μεταρρύθμιση στον Ποινικό Κώδικα της Κολομβίας (άρθρο 37.1), απαγορεύτηκε η θανατική ποινή και κανένας κρατούμενος δεν μπορεί να μείνει για περισσότερο από 40 χρόνια στη φυλακή.

Ο Άλμπερτ Φις ή αλλιώς “Ο άνθρωπος με τα γκρι” ή “Ο μανιακός του φεγγαριού” . Δεν είναι λίγα τα παρατσούκλια που του δόθηκαν («Βρικόλακας του Μπρούκλιν», «Λυκάνθρωπος της Γουιστέρια», «Μπαμπούλας», «Σεληνιασμένος»), καθότι ο Άλμπερτ Φις έσπειρε ανείπωτο τρόμο στη Νέα Υόρκη από το 1924-1932, βιάζοντας, δολοφονώντας ή ακρωτηριάζοντας με τρόπους που υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινη έννοια τουλάχιστον 100 παιδιά. Το φρικιαστικότερο χαρακτηριστικό των φόνων του δεν ήταν ο κανιβαλισμός των θυμάτων, αλλά οι μαύρες επιστολές που έστελνε κατόπιν στις οικογένειες των θυμάτων περιγράφοντας λεπτομερώς πώς κατακρεούργησε και μαγείρεψε τα παιδιά τους, όταν δεν κοκορευόταν φυσικά πως είχε σκοτώσει παιδιά σε κάθε πολιτεία. Αν και ο ίδιος παραδέχτηκε ότι είχε κακοποιήσει και θανατώσει 100 περίπου παιδιά, ωστόσο για ένα έγκλημα έδωσε λόγο στην δικαιοσύνη.

Δικάστηκε για τον φόνο της 10χρονης Γκρέις Μπαντ ενώ, κατά τη διάρκεια της σύλληψής του, δυο ακόμα δολοφονίες του ήρθαν στο φως . Καταδικάστηκε σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα και οδηγήθηκε στις διαβόητες φυλακές του Σινγκ-Σινγκ, κρατώντας στα χέρια του μια Βίβλο. Όλες οι εφέσεις που κατέθεσε απορρίφθηκαν και η εκτέλεσή του προγραμματίστηκε για τις 16 Ιανουαρίου 1936. Ο Φις δήλωσε για άλλη μια φορά περιχαρής πως το περίμενε πώς και πώς, αφού μεγαλύτερη συγκίνηση δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή του.

Στις 16 Ιανουαρίου, αφού έφαγε την τελευταία του μπριζόλα, μπήκε στο δωμάτιο εκτελέσεων χωρίς βοήθεια. Προχώρησε ατάραχος και κάθισε στην ηλεκτρική καρέκλα, βοηθώντας μάλιστα τους δεσμοφύλακες να στερεώσουν τα ηλεκτρόδια στα πόδια του! Δημοσιογράφοι, μάρτυρες και οι οικογένειες των θυμάτων που παρευρίσκονταν έμειναν άναυδοι με την αντίδρασή του. Ο Φις συγκρατούσε μόλις και μετά βίας τη χαρά του που θα είχε βίαιο θάνατο. Πριν τον διαπεράσει το ρεύμα, χαμογέλασε πλατιά και υποδέχθηκε τον φονικό ηλεκτρισμό με ανυπομονησία. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο γιατρός υπηρεσίας ανακοίνωνε πως το τέρας ήταν νεκρό.

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *